Thursday, August 1, 2013

Περιμένω...

Σκέψεις διάσπαρτες. Λέξεις διάσπαρτες. Ουσίες και νοήματα διάσπαρτα. Το βράδυ αυτό με ταξιδεύει...






Μια μέρα ακόμα. Μια μέρα που την περιμένω. Σχεδόν ακουμπάω το περίγραμμα της. Σχεδόν. Γιατί ακόμα και τώρα, γνωρίζω ότι μετά από αυτή την μέρα τα πράγματα θα είναι διαφορετικά...

Διαφορετικά. Θα είμαι ελεύθερη για λίγες μέρες να φύγω από την ρουτίνα της καθημερινότητας. Ρουτίνα. Δε θέλω άλλη ρουτίνα. Θέλω θάλασσα! Θέλω το μπλε του ουρανού να είναι το μόνο που βλέπω. Και αν έβλεπα...Και αν έβλεπα κάτι άλλο ακόμα, αυτό το κρατάω για τον εαυτό μου. 

Μερικά πράγματα είναι καλύτερο να μένουν μέσα μας. Να γιγαντώνονται, να ωριμάζουν και να γίνονται ένα με σένα. Σαν έκρηξη σουπερνόβα που συμπαρασύρει το σύμπαν μέσα μας, σε ένα ξέφρενο γλέντι. 

Περίμενα αυτή την στιγμή καιρό τώρα. Σχεδόν την ενστερνίστηκα, όπως την κολόνια που φορούσες προχτές. Σε τυλίγει σταδιακά στο κουκούλι της ζεστασιάς και της μυρωδιάς σου. Η μυρωδιά σου είναι μέσα στο μυαλό μου. Δεν ξεχνιέται. Σαν την αλμύρα από το φιλί σου. Η ανάσα σου...

Σε νιώθω δίπλα μου. Νιώθω την ανάσα σου στο λοβό μου και σχεδόν περιμένω την στιγμή που θα ψιθυρίσεις το όνομα μου. Περιμένω...

Καρτερικά περιμένω, την μελωδία που δημιούργησες για μένα. 

Περιμένω και αγωνιώ...

Περιμένω, βλέπω το χαμόγελο σου και όλα τα ξεχνώ...

Thursday, July 4, 2013

Όχι άλλες αυταπάτες...


Τα πάντα γύρω μας βράζουν και εμείς θεατές για ακόμα μια φορά. Δε γίνεται να εθελοτυφλείς μέσα στην κρίση. Ο βασιλιάς έχει ξεγυμνωθεί και εμείς χτυπάμε παλαμάκια φορώντας του μαγιό. 

Δε ξέρω τι είναι χειρότερο, που έχει πάρει φωτιά το σπίτι μας ή ότι ακόμα πιστεύουμε ότι η φωτιά θα σβήσει με ένα μαγικό τρόπο. 

Δυστυχώς για εμάς, οι νεράιδες έχουν φύγει από αυτό τον τόπο. Κάποια στιγμή πρέπει να σβήσουμε την φωτιά μόνοι μας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα μαλώσουμε για τον τρόπο. Σχεδόν βλέπω την σκηνή. Ο ένας να έχει πάρει το λάστιχο, ο άλλος έναν κουβά και αντί να ρίξουν το πολυπόθητο νερό εκείνοι θα προτιμήσουν να κάνουν debate. Ο δικός μου τρόπος είναι καλύτερος από τον δικό σου θα πουν. Θα υψώσουν την φωνή, δε θα ακούγεται τίποτε παρά ένα ακατάληπτο βουητό και ίσως να πέσουν και μερικές ψιλές για να περάσει η ώρα. 

Το σπίτι καίγεται αλλά εμείς χαμπάρι. Πως γίνεται αυτό, ακόμα δε το έχω καταλάβει. 

Ο καιρός περνάει, τα πάντα γύρω μας βράζουν. Μεγαλώσαμε με ψευδαισθήσεις. Μεγαλώσαμε με αυταπάτες και αρνούμαστε να βγούμε έξω από αυτές. Φοβόμαστε ότι χωρίς αυτές δε θα καταφέρουμε να ζήσουμε. Όμως ζεις. Απλά ωριμάζεις, μεγαλώνεις και παίρνεις τις ευθύνες που σου αναλογούν. 

Η ζωή στην παιδική χαρά πρέπει να τελειώσει. Εξάλλου τα τελευταία χρόνια, μόνο παιδική χαρά δεν θυμίζει. Ο παμπόνηρος μηχανικός την σχεδίασε τόσο καλά, που αν προσπαθήσεις να κάνεις βήμα θα έρθεις αντιμέτωπος με όλα εκείνα τα τρομαχτικά που σε αποθαρρύνουν. 

Το τρενάκι του τρόμου δε μας βγάζει πουθενά. Η αίθουσα με τους καθρέφτες που συναντάμε, μας γιγαντώνουν όλα εκείνα που αποφεύγουμε. Τα φαντάσματα ακολουθούν και τρέχοντας φεύγουμε για να σωθούμε. Μόνο που η έξοδος τελικά μας οδηγεί πίσω. 

Πίσω στο γνωστό μοτίβο. Πίσω στα εύπεπτα. Πίσω στην γυάλινη προθήκη. Να παρακολουθούμε ως θεατές ότι μας συμβαίνει. Να παρακολουθούμε αλλά να μην δρούμε. Να παρακολουθούμε και μέσα μας να παγώνει το αίμα από όλα αυτά που απωθούμε. Και εκεί που έχεις παραδοθεί στο αναπόφευκτο. Η εσωτερική φωνή μας ουρλιάζει, 

"Θεέ μου, όχι άλλες αυταπάτες. Μας χρειάζεται ένας μίτος επειγόντως." 

Wednesday, June 5, 2013

Ξεχασμένος Χρόνος...

Καλησπέρα,
Όταν η Μούσα σου έρχεται απροειδοποίητα, το μόνο που κάνεις είναι να την ακολουθείς εκεί που σε οδηγεί. Σήμερα θα συναντήσουμε ξεχασμένους χρόνους, ντυμένους υπό την μουσική του αγαπημένου Brian Crain. Time Forgotten λοιπόν...

Ξεχασμένος χρόνος

Ξεχασμένος χρόνος. Χρόνος που πέρασε. Χρόνος που έχασε. Χρόνος που μας ξέχασε. 

Η θάλασσα είναι μανιασμένη σήμερα. Με φοβίζει. Ο αέρας με κόβει στα δυο και εγώ αναζητώ έναν χρόνο δανεικό. 

Ξεχασμένος χρόνος. Χρόνος που πέρασε. Χρόνος που γέρασε. Χρόνος που μας ξέχασε.

Το χρώμα των ματιών σου ήταν γαλανό. Αυτό νομίζω ότι μου λείπει περισσότερο. Το βάθος της ψυχής σου, ένα θεοσκότεινο πρωινό.

Ξεχασμένος χρόνος. Χρόνος που πέρασε. Χρόνος που έσπασε. Χρόνος που μας ξέχασε.

Η γλύκα του φιλιού που μου λείπει. Η γλύκα από το αλάτι που με κερνούσες. Η γλύκα της γεύσης που ήταν εσύ.

Ξεχασμένος χρόνος. Χρόνος που πέρασε. Χρόνος που έφυγε. Χρόνος που μας ξέχασε.

Σε βλέπω πάντα να με κοιτάζεις με λατρεία. Σε βλέπω, αναστενάζω και σκέφτομαι «Θεέ μου, τι αμαρτία».

Ξεχασμένος χρόνος. Χρόνος που πέρασε. Χρόνος που ξέφυγε. Χρόνος που μας ξέχασε.

Η μέρα σήμερα είναι σκοτεινή. Σκοτάδι και θύελλα σε ένα μόνο κορμί. Πες μου πόσο ακόμα θα μένω μοναχή;

Ξεχασμένος χρόνος. Χρόνος που πέρασε. Χρόνος ξέφτισε. Χρόνος που μας ξέχασε.

Όλα γύρω μου έχουν χρώμα ασορτί. Τα μάτια βλέπουν αυτά, που καταλαβαίνει η ψυχή. Στέκομαι, μα δε λυπάμαι. Κρατώ λουλούδια που δε θυμάμαι.

Ξεχασμένος χρόνος. Χρόνος που πέρασε. Χρόνος που σε έφτυσε. Χρόνος που μας ξέχασε.

Κοίτα με μια τελευταία φορά. Κοίτα με πριν χαθεί και αυτή η φορά. Κοίτα με πριν γίνουν όλα πιθανά. Κοίτα με…

Ξεχασμένος χρόνος. Χρόνος που πέρασε. Χρόνος που μας τέλειωσε. Χρόνος που μας ξέχασε.

Ξεχασμένος χρόνος. 

Thursday, May 23, 2013

Μέσα σε μια κοινωνία που καταρρέει..

Καλημέρα,

Τις σημαντικές μέρες τις κρατάς μέσα σου ως κόρες οφθαλμού. Τις κρατάς για να πιαστείς από κάπου. Να το θυμάστε... 

Υ.Γ. Παρέα στο παρακάτω κείμενο, μου κράτησε ο Ludovico Einaudi με το Experience


Μέσα σε μια κοινωνία που καταρρέει
ψάχνω να βρω ένα στήριγμα

Τελικά το βρήκα ανέλπιστα
στο πρόσωπό μου

Το να σταθείς γερά στα πόδια σου,
να επιβιώσεις,
να μεταμορφωθείς και να μεταμορφώσεις

Σαφώς, δεν έρχεται έτσι εύκολα
Θέλει χρόνο, κόπο
Θέλει υπομονή, επιμονή
Θέλει πείρα
Θέλει να αγαπάς τη ζωή
Να αγαπάς τον εαυτό σου
Όπως είναι, όπως είσαι

Η αποδοχή, μας ανοίγει τα μάτια
Μέσω αυτής μπορούμε να προχωράμε μπροστά

Πρέπει να πιστέψεις σε σένα,
στις δυνάμεις σου,
στα λάθη,
στα πάθη,
στις αδυναμίες,
στα όνειρα σου
στα Θέλω σου
σε σένα

Μέσα σε μια κοινωνία που καταρρέει δεν είσαι μόνος
Έχεις για παρέα τους απανταχού "πεπειραμένους"
Έχεις για παρέα την ίδια τη ζωή
Τη ζωή σου...

Wednesday, May 15, 2013

Ξεκινάς να γράψεις μια ιστορία...

Καλημέρα,
Χρόνια πολλά, καλό μήνα...Ξεκίνησα να κάνω διορθώσεις στο χειρόγραφο μου και να μερικές σκέψεις...


Ξεκινάς να γράψεις μια ιστορία και βγαίνεις από αυτήν, άλλος άνθρωπος. 

Δε μένεις στάσιμος, δε γίνεται να μείνεις στάσιμος.
Εξελίσσεσαι και εσύ, όπως και οι χαρακτήρες σου. 

Δίνεις τις δικές σου μάχες
Δίνεις και παίρνεις
Δίνεις και κάποια στιγμή
αυτό που έχεις στα χέρια σου 
είναι η επιβράβευση
όλων εκείνων των θυσιών
που έχεις κάνει,
των αγαπημένων σκηνών 
που σκότωσες για το σύνολο

Ξεκινάς να γράψεις μια ιστορία και βγαίνεις από αυτήν, άλλος άνθρωπος. 
Και εσύ τώρα που με διαβάζεις αναρωτιέσαι τι αραδιάζω. 
Λόγια ψυχής, τίποτε άλλο...


Friday, April 26, 2013

Review: Fire & Thorn Trilogy by Rae Carson

Book 1: The Girl of Fire and Thorns
Author: Rae Carson 
Hardcover: 423 Pages
Publisher: Greenwillow Books
Once a century, one person is chosen for greatness. Elisa is the chosen one. But she is also the younger of two princesses, the one who has never done anything remarkable. She can't see how she ever will. Now, on her sixteenth birthday, she has become the secret wife of a handsome and worldly king—a king whose country is in turmoil. A king who needs the chosen one, not a failure of a princess.And he's not the only one who seeks her. Savage enemies seething with dark magic are hunting her. A daring, determined revolutionary thinks she could be his people's savior. And he looks at her in a way that no man has ever looked at her before. Soon it is not just her life, but her very heart that is at stake.Elisa could be everything to those who need her most. If the prophecy is fulfilled. If she finds the power deep within herself. If she doesn’t die young.Most of the chosen do. 

Book 2: The Crown of Embers
Author: Rae Carson 
Hardcover: 410 Pages
Publisher: Greenwillow Books
In the sequel to the acclaimed The Girl of Fire and Thorns, a seventeen-year-old princess turned war queen faces sorcery, adventure, untold power, and romance as she fulfills her epic destiny. Elisa is the hero of her country. She led her people to victory against a terrifying enemy, and now she is their queen. But she is only seventeen years old. Her rivals may have simply retreated, choosing stealth over battle. And no one within her court trusts her-except Hector, the commander of the royal guard, and her companions. As the country begins to crumble beneath her and her enemies emerge from the shadows, Elisa will take another journey. With a one-eyed warrior, a loyal friend, an enemy defector, and the man she is falling in love with, Elisa crosses the ocean in search of the perilous, uncharted, and mythical source of the Godstone's power. That is not all she finds. A breathtaking, romantic, and dangerous second volume in the Fire and Thorns trilogy.
Fantasy genre is my favorite. The first Saga I ever read was Robert Jordan's Wheel Of Time. Those who are into that genre know the significance. I was introduced to Rae Carson by a friend of mine. She retweeted one of her tweets. Her first novel was in reduced price. I downloaded it from Amazon. 

Last week, I wanted to read something. And I found "The Girl of Fire and Thorns" on my new purchases. I started reading it without having a clue what is this story about. It is the third time I am doing this, and I was surprised again in a very good way. 

Rae Carson created a very beautiful universe. Her lead heroine sixteen year old Princess Lucero - Elisa is the most wonderful female character I have ever read for a very long time. We can see her metamorphosis throughout the book. It is remarkable. In the beginning of the book, she is a naive teenager. In the end of it, she is a mature girl - woman, who has encountered death, destruction, changed her mind for the world, made friends but also have felt the loss of loved ones. 

The most challenging thing for a writer is to make their characters humanlike, believable but also wiser in the end of a story. Rae Carson's Elisa reminded me my favorite quote from E. E. Cummings' "It takes courage to grow up and become who you really are." 

In "The Crown of Embers", this metamorphosis continues. Elisa is now a seventeen years old Queen and has to find the courage to become the Queen her new town needs. She is trying to be diplomatic, clever, but politics in a Royal court is not that easy. Decisions have to be made. Decisions that lead to the death of several people. Decisions that deceive her loved ones. But still, she has to take those steps in order to understand who she is and what she really wants. 

From the beginning of her life, everyone told her that she had a destiny. That God selected her to service Him, as a champion. She is the one who can save other people's lives. That responsibility is in her shoulders an enormous weight she cannot stop thinking about. In the end, she realizes where her true power comes from. In the end, she is ready to face not only herself, but also all the others, friends or foes.

I am now, waiting patiently for book 3 "The Bitter Kingdom" to come out this August. When I will read it, I will update this post with my thoughts on the ending! Happy Reading!


Wednesday, April 17, 2013

Διήγημα: Γύρισε Σελίδα

Καλημέρα,
Το κείμενο αυτό γράφτηκε για τον διαγωνισμό "Λόγω Τέχνης 2012" παρότι δεν διακρίθηκε, ήρθε η ώρα να το μοιραστώ μαζί σας. Απολαύστε το.

Photo Credit : Zac Taylor 
(If you have more details about this photoshoot please leave me a comment)



“Γύρισε σελίδα”

Φορούσε το καπέλο του με το γείσο να κρύβει επιμελώς το φωτεινό γκρίζο του βλέμμα. Κρυβόταν, αν και γνώριζε ότι μπορούσαν πολύ εύκολα να τον αναγνωρίσουν. Περπατούσε σκυφτός, με το δεξί του χέρι μαραμένο, να πέφτει προς το έδαφος. Πόσο πολύ του έλειπε το βάρος της κιθάρας του. Πάντα ταξίδευαν μαζί, μα αυτή την φορά όχι. Την άφησε πίσω με βαριά καρδιά και έφυγε. Κατά καιρούς τον έπιαναν οι κλειστές του και τότε, απλά εξαφανιζόταν από προσώπου γης.


Ήθελε να μυρίσει την θάλασσα και να πιάσει τα αστέρια. Έτσι του έλεγε η γιαγιά του, όταν ήταν μικρό παιδί. Την επισκεπτόταν τα καλοκαίρια που πάντα τα περίμενε με προσμονή. Εναλλαγή εικόνων από την μουντή Γλασκόβη στο γαλάζιο του Αιγαίου. «Πόσο μοιάζεις με τα χελιδόνια, Θοδωρή μου!» Του έλεγε γλυκά, ενώ του χάιδευε τα μαλλιά. «Η ψυχή σου όλο ταξιδεύει. Λες και ψάχνεις να βρεις, εκείνο το χώμα που θα σε κάνει να καταλάβεις που ανήκεις.» Εκείνος την κοίταγε πάντα με θαυμασμό. «Χαζοπούλι μου! Ο τόπος σου βρίσκεται πάντα εκεί που είναι η καρδιά σου.»


Τώρα επέστρεφε πάλι στο νησί. Πίσω στο ησυχαστήριο του. Στο μέρος που είχε τις πιο όμορφες αναμνήσεις από τα νεανικά του χρόνια. Πόσο αθώα είναι η ζωή στα μάτια ενός παιδιού. Και την ήθελε αυτή την ματιά, την είχε ανάγκη. Είχε τόσα να σκεφτεί. Πόσο καιρό είχε μείνει μακριά του αυτή την φορά;


Ο Θοδωρής κατέβηκε από το καΐκι και περπάτησε στο γραφικό λιμάνι. Ο αέρας φύσηξε και μια ριπή ζεστού αέρα τον αγκάλιασε σαν ερωμένη. Πήρε μια βαθιά ανάσα, ήθελε να τον ξελογιάσει. Ήθελε να νιώσει το χάδι της μέσα στα κύτταρα του. Μια εικόνα τον συγκλόνισε. Το πρόσωπο της ένας πολύχρωμος καμβάς και εκείνος ο ζωγράφος. Εκείνη. Το μυαλό του πάντα σε εκείνη. Το χαμόγελο της. Τα μάτια της άπειροι κόκκοι από άμμο, που φώτιζαν όταν της έλεγε «Σ’αγαπώ.» Άκουσε τον άνεμο να σιγοψιθυρίζει «Αριάδνη.» Πονεμένα άνοιξε τα μάτια, αλλά δεν ήταν εκεί. Πόσο του είχε λείψει.


Πίστευε ότι η αλλαγή περιβάλλοντος θα τον βοηθούσε. Πίστευε. Και τι δε πίστευε, άσχετα αν οι άλλοι δεν τον γνώριζαν. Νόμιζαν ότι τον γνώριζαν. Ο κόσμος νομίζει ότι είμαι ένα ακόμα κατασκεύασμα της μουσικής βιομηχανίας. Ένα όμορφο πρόσωπο. Ένα όμορφο, κενό, πρόσωπο. Γαμώτο! Δεν είμαι εγώ όμως. Λίγη ησυχία, αυτό θέλω μόνο. Κλώτσησε ένα αλουμινένιο κουτάκι από αναψυκτικό. Πόσο τον είχαν κουράσει όλα πίσω στην Αγγλία. Όλοι θέλουν ένα κομμάτι από μένα. Λες και ανήκω σε όλους τους υπόλοιπους, εκτός από τον εαυτό μου. Το αυτοκίνητο τον περίμενε στο πλακόστρωτο δρομάκι όπως είχε κανονίσει. Μπήκε βιαστικά κρατώντας το σακίδιο στο χέρι. «Λίγος καθαρός αέρας. Αυτό μου χρειάζεται. Λίγος χρόνος με τον εαυτό μου. Να βάλω τα πράγματα σε τάξη.»


***
Μισή ώρα αργότερα ήταν σπίτι. Ξεκλείδωσε, πέταξε το σακίδιο και πήγε κατευθείαν στον κήπο. Ήθελε να αφήσει πίσω του την πόλη, ότι τον βασάνιζε και να εστιάσει ξανά στην φύση. Τα πάντα ήταν περιποιημένα. Η κυρά Φιλιώ πρόσεχε πάντα τον κήπο της. Τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα ήταν το καμάρι της. «Μυρίζουν τόσο όμορφα.» Του έλεγε με μάτια που δάκρυζαν. «Μα να προσέχεις. Όσο ντελικάτα και αν φαίνονται, μπορούν εύκολα να σε πληγώσουν.»


Εκείνη εμφανίστηκε μπροστά του. Τα δάκρυα στο πρόσωπο της να τρέχουν, αλλά τα μάτια της ήταν τόσο σκληρά. Σαν αγκάθια τρύπησαν την καρδιά του και την πλήγωσαν για πάντα.


Έκανε ένα βήμα μπροστά. Κοίταξε τριγύρω του το γνώριμο χώρο. Η κερασιά στεκόταν στητή στο βάθος, γεμάτη καρπούς. Τώρα έφτανε τα κλαδιά δε χρειαζόταν σκάλα. Σειρά είχε η κορομηλιά. Ήταν το δεύτερο αγαπημένο του δέντρο. Σαν παιδί του άρεσαν οι χρωματιστοί καρποί της. Τότε ήταν που τον είδε και έκανε ένα βήμα πίσω. Το αγόρι ήταν καθισμένο στην βάση του δέντρου. Κρατούσε στα χέρια του ένα ποτήρι γάλα. Το έπινε αργά, ενώ κοιτούσε ένα ρολόι τσέπης που είχε δίπλα του αφημένο πάνω σε ένα παλαιό σκαλιστό ξύλινο κουτί.


«Α. Εσύ.» του είπε το αγόρι βαριεστημένα. Ήπιε μια γουλιά και τον κοίταξε κατάματα, διερευνητικά. Ο Θοδωρής αμίλητος, ακούνητος. Μια αχτίδα άγγιξε την ψυχή του. Τα μάτια του μικρού του θύμιζαν τον ουρανό. Η φωνή του ήταν σιγανή, αλλά αποφασιστική. «Σε περίμενα να έρθεις. Άργησες…»


«Άργησα;» άκουσε ο Θοδωρής τον εαυτό του να λέει.


«Δεν έφερες παρέα;» Το βλέμμα του παιδιού διαπεραστικό. Ένιωθε γυμνός μπροστά του.


«Ήθελα να μείνω μόνος μου.» Είπε τελικά ο Θοδωρής με σπασμένη φωνή. Γιατί ένιωθε έτσι; Ήταν μόνο ένα παιδί. Δεν υπήρχε λόγος να αντιδρά έτσι. Ή μήπως υπήρχε;


«Πάλι; Όλο μόνος τριγυρνάς. Δεν ησυχάζεις ποτέ.» Μουρμούρισε περισσότερο στον εαυτό του παρά σε εκείνον.


«Ποιος είσαι;» ρώτησε τελικά ο Θοδωρής.


«Εμ, βέβαια!» είπε το αγόρι θυμωμένα. Άνοιξε το κουτί απότομα και έβγαλε από μέσα μια διπλωμένη σελίδα χαρτί. Του την πέταξε. «Ορίστε. Μπας και θυμηθείς.»


Το χαρτί ήταν πολυκαιρισμένο, αλλά μύριζε γιασεμί. Το άνοιξε και μέσα του είδε έναν γνώριμο γραφικό χαρακτήρα που είχε χρόνια να δει. Διαβάζοντας τις γραμμές, τα μάτια του βούρκωσαν. Πραγματικά πως μπόρεσε να ξεχάσει κάτι τέτοιο; Ακούμπησε στην κερασιά και συνέχισε να διαβάζει. Το αγόρι δίπλα του τον παρατηρούσε. Δεν καταλάβαινε καθόλου την συμπεριφορά των μεγάλων. Ενστικτωδώς, γνώριζε ότι το παιδί που βρισκόταν κρυμμένο μέσα στον Θοδωρή είχε χαθεί και χρειαζόταν την βοήθεια του.  Άφησε το ποτήρι στο χώμα και αθόρυβα τον πλησίασε. Έβαλε το μικρό του χέρι μέσα στο μεγάλο του Θοδωρή και του το έσφιξε απαλά για να μην τον πονέσει.


«Πρέπει να αφήσεις το παρελθόν εκεί που ανήκει και να μάθεις να είσαι χαρούμενος ξανά, όπως παλιά.» Οι λέξεις που διάβαζε ο Θοδωρής τον συγκλόνισαν. «Μην αφήνεις την ζωή να φεύγει από σένα. Ζήσε την κάθε στιγμή. Χαμογέλα σαν να είσαι πάλι μικρό παιδί.» Η καρδιά του ρίγησε σα να ξυπνούσε από λήθαργο. Είχε αφήσει τον πόνο να κυριαρχήσει μέσα του και ξέχασε την ομορφιά της ζωής. Η ζεστασιά της μικρής παλάμης άρχισε να τον τυλίγει. Η απάντηση που ζητούσε, του είχε έρθει αναπάντεχα. Είχε πολλά να αλλάξει όταν θα γύριζε πίσω. Τώρα θα απολάμβανε το παρόν του.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...